Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

«ΟΙ…ΙΧΘΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ…ΟΨΑΡΙΑ !». Γράφει ο Μπάμπης Κ.Μώκος

Νο 27.Από την νέα ενότητα ΑΤΙΜΗ...ΚΕΝΩΝΙΑ !»Του Μπάμπη Κ.Μώκου.
Καλά μωρή…τρελλοπαντιέρα, δεν θα βάλεις ποτέ μυαλό; Τέσσερα χρόνια τώρα φευγάτη απ’το νησί, που δεν άφησες μπάρ για μπάρ, νύχτα με νύχτα. Νισάφι πιά, δεν…χόρτασες, δεν κουράστηκες  με τις …ασωτίες σου; Ευτυχώς πού ήσουν μακρυά να τα μάθει ο κόσμος να ξεφτιλιστούμε.

-Τι λές ρε μαμά; Η δουλειά δεν είναι ντροπή. Τι έκανα; Δούλευα.

-Εμένα μου λές; Τα μάθαμε τα…κουσκούτια σου και τα…καλά σου!.

Τα είπαν και στον πατέρα σου, έχει στεναχωρηθεί πολύ. Θέλεις να τον πεθάνεις; Τα ίδια και τα ίδια με την προκομένη την αδελφή σου; Ευτυχώς για κείνη βρέθηκε εκείνο το καλό παιδί, παντρεύτηκε και συμμαζεύτηκε. Άντε να δούμε τι θα κάνεις στη ζωή σου. Θα…«ψειρίζεις τη μαϊμού, μωρή!. Τι παιδιά έκαμα εγώ Θεέ μου;. Τι παιδιά;».

Φώναζε η κυρα Βάσω στην κόρη της (έτσι κάνουν όλες οι μανάδες, υπάρχει δεν υπάρχει λόγος!), αλλά η Αλέκα ούτε που…χαμπάριαζε.

-Μάνα, τώρα που γύρισα στο νησί το αποφάσισα: Δεν ξαναφεύγω. Βρήκε και τις παιδικές φίλες της η Αλέκα, ξεχώρισε μια τη Σοφία, τράβαγε τις βόλτες, τα σουλάτσα της με την κολλητή της και σχολιάζανε - τι άλλο-τους άντρες!.

-Ρε συ Σοφία, να βρίσκονταν ρε συ κανένα καλό παλικάρι να…αράζαμε!;

Φθάσαμε τα 28 ρε Σοφία. Τί θα κάνουμε, πως θα βγει ρε φιλενάδα; Πως θα τη…στρώσουμε την …τυρόπιτα!;
Τι θα κάνουμε και τι θα κάνουμε, τό’ξερε η Σοφία ότι στα τουριστικά νησιά οι ντόπιες δεν έχουν καμιά τύχη. Έρχονται μιλιούνι απ’τα βόρεια εκείνες οι…ξεβαμένες οι ξανθιές με την…πρέκνα στη μούρη, οι…αλαφρές, οι εύκολες,οι…πεινασμένες! και για τις ντόπιες άντρας δεν…περισσεύει.

Με τα τούτα και τα…’κείνα χαζοπέρναγε ο καιρός, όταν ένα μεσημέρι..

-Αλέκα, καλέ Αλέκα έλα κόρη μου να σου πω.

-Τι θες ρε μάνα, τι θέλεις πάλι;

-Εκείνο τον Θωμά του Γκράβαλου, τον ήξερες, τόνε θυμάσαι;

-Ποιόνε ρε μάνα; Εκείνο τον χαζό που από πιτσιρικάς τό’χε ρίξει στις  ψαλμωδίες και τα…θρησκεύματα;.

 -Αυτόνα. Χαζός-χαζός, ξέρεις τι έγινε ο Θωμάς παιδί μου; Θεολόγος, καθηγητής έγινε.

-Και τι με…κόφτει ρε μάνα εμένα ο Θωμάς;

-Άκου να σου πώ: Ήρθε και σε ζήτησε!.

-Τι έκανε λέει;

-Ναι παιδί μου, προχτές έπιασε τον πατέρα σου ο πατέρας του και τού’φερε μαντάτα να σε…πάρει. Μονάχα υπάρχει κάτι που πρέπει να το ξέρεις. Ο Θωμάς θέλει να γίνει παπάς και πρέπει πρίν χειροτονηθεί να παντρευτεί. Έτσι το προστάζει η εκκλησία.

-Και τι μου λές ρε μάνα; Ξέρεις τι μου λές τωραδά; Μου λές εγώ να γίνω παπαδιά;

-Γιατί, άσχημα είναι; Θα΄χεις ούλα τα καλούδια και την εκτίμηση του νησιού. Θα σε σέβονται. Είναι και ευκαιρία να …μαζευτείς!...

-Καλά ρε μάνα.

Είπε «καλά ρε μάνα» και τράβηξε να βρεί τη φιλενάδα της τη Σοφία.

-Το και το και θέλουν να γίνει τώρα, σύντομα. Ακούς τι θέλουν;

Ένα νευρικό γέλιο την έπιασε τη Σοφία. Γούρλωσε από έκπληξη τα μάτια και ξέσπασε:

-Όπα!; Κρατήστε με!. Βαστάτε με γιατί θα…κρεπάρω!

Καλά ρε φιλενάδα και θα γίνεις παπαδιά!; Εσύ θα γίνεις παπαδιά; Θα πέσουνε μωρή ούλες οι εκκλησιές και θα μας πλακώσουνε. Άκου η Σοφία παπαδιά; Και θα πέσεις απ’τα σφηνάκια και τα…κοκτέιλ στα…λιβάνια μωρή; Ε’,αυτό κι’αν είναι…απ’ τ’ άγραφα!; Παναγία μου, ρε παιδιά η Σοφία παπαδιά!. Θεέ μου,τι άλλο θ’ακούσω σήμερα; Θα τρελαθώ!. Άκου η φιλενάδα μου παπαδιά; Ρε φιλαράκι, πας καλά, μπας και μπερδεύεις το…φρένο με το…γκάζι; Τώρα δηλαδή πώς θα το παίξεις; «Η εν πολλαίς αμαρτίες περιπεσούσα γυνή;». Μαγδαληνή θα το…παίξεις;

-Γιατί όχι;

-Πώ-πώ; Τράβα κορδέλλα!. Ρε σεις η φιλενάδα μου, την έχει…ψωνίσει, έχει σαλτάρει, έχει …κόψει…πύρο!.-

«Πρεσβυτέρα!» η Αλέκα, δυο χρόνια τώρα, ο Θωμάς μειλίχιος, πράος, συνετός και ευγενικός έως…αφελείας!, και …άνευρος μωρ’αδερφέ μου!...ψυχούλα!. Σαν να μην είχε άντρα το σπίτι, να πατήσει…ποδάρι, να δώσει και κάνα δυό…φούσκους στην κυρά, να τον …καταλάβει!

Γεμάτο το σπίτι από εικόνες και…λιβάνια. Διηγήσεις και κόντρα διηγήσεις, αφηγήματα από τις Γραφές και τα Ευαγγέλια ο παπάς, για κάτι…«Γάμους της Κανά!», για κάτι…«Αρτους», «Ιχθείς και…Οψάρια», που ο Κύριος λέει τα διπλασίασε εκεί στη διαδρομή προς τη «Γή της Επαγγελίας!». Τα άκουγε και μία και δυο και τρεις φορές  όλα αυτά η  Αλέκα, ψιλοβαριότανε, δεν τα παραγουστάριζε όλα αυτά  αλλά δεν έδινε και τόση σημασία.

Ανιαρά, μονότονα πέρναγε η Αλέκα και όταν της τη…βάραγε, μια η δυο φορές το μήνα, έπαιρνε το βαπόρι και πήγαινε και έβλεπε την αδερφή της στον Πειραιά, έτσι να …καθαρίζει το μυαλό της, να ξεφεύγει και λίγο απ τα…λιβανωτά! και τις ψαλμωδίες, απ’τους «Ιχθείς και τα Οψάρια!».-

Είναι να μην σου…τύχει και γείρει η…τραμπάλα!. Και της Αλέκας της έτυχε!.

Όπου ανέβηκε μια μέρα στο πλοίο για Πειραιά, πέρασε στο σαλόνι και παρήγγειλε καφέ. Δεν πρόλαβε να βάλει μια γουλιά στο στόμα και άκουσε στη φωνή:

-Ρε συ, η Αλέκα; Μη μου πεις πως είσαι η Αλέκα;

-Νίκο; Τι κάνεις βρε Νίκο; Πως κι’από δω;

-Να όπως ήξερες έχω εκείνο το μαγαζί με τα ψάρια στον Πειραιά και μία η δύο φορές το μήνα κατεβαίνω στο νησί σας να καθαρίσω λογαριασμούς με τους συντοπίτες σου τους ψαράδες, απ’όπου μου στέλνουν το ψαρικό.

-Μπράβο ρε Νικόλα, όλα καλά; Πολύ χαίρομαι.

-Ρε Αλέκα, πάρε το τηλέφωνό μου κι’όταν έρχεσαι στον Περαία θα χαρώ να πιούμε καφέ. Αλλά τι βλέπω εδώ, παπαδίστικα; Καλογριά είσαι ρε Αλέκα;

-Όχι Νίκο, παπαδιά. Έχω παντρευτεί παπά.

Δυο χρόνια τα είχε με το Νίκο η Αλέκα. Ωραία είχε περάσει. Περασμένα ξεχασμένα. Αμ δε!. «Πίσω Γιάννη μ’ τα καράβια!».-

Και της ήρθαν εικόνες και…κουμάντα από εκείνη τη ζωή. Και κατέβηκε απ’το πλοίο και πήγε να δει την αδελφή της. Έμεινε το βράδυ και το πρωί που σηκώθηκε χιλιάδες τα…βελόνια!.. Πάλευε – να το κάνω η να μην το κάνω; Και το έκανε. Και του τηλεφώνησε.

-Νικόλα, η Αλέκα είμαι. Είμαι ακόμα στον Πειραιά. Έχω λίγο χρόνο. Αν θέλεις πάμε να πιούμε εκείνο τον καφέ.

-Και δεν πάμε;

Στο Πασαλιμάνι τώρα το…ζεύγος, στον καφέ, τα είπαν, τα…λιμάρισαν, τα θυμήθηκαν και ύστερα τράβηξαν κατά κάτω στα…ξενοδοχειακά για τα…ρέστα!. Και πότε μια, πότε δυο, πότε τρεις φορές το μήνα το ίδιο…«δρομολόγιο»!. Το…ψήνανε το…ψάρι!.-

Τράβαγε το βιολί και σε μια τέταρτη κατέβαιναν αλα μπρατσέτα τα σκαλιά ενός ξενοδοχείου και να’σου…μπροστά τους, μπάστακας, ένας πατριώτης της απ’ το νησί.

-Πρεσβυτέρα, τι κάνεις εδώ;

-Να, από δω ο κ.Διευθυντής του ξενοδοχείου, είναι ξάδερφός μου και που και που έρχομαι και τονε βλέπω!.

Γύρισε η Αλέκα στο νησί, πέρασαν δυο τρεις ημέρες. Εκείνο το βράδυ ένας άλλος Θωμάς μπήκε στο σπίτι.

-Αλέκα;

-Ναι Θωμά μου.

-Ρε Αλέκα, ευλογημένη, έχεις ξάδερφο διευθυντή ξενοδοχείου στον Πειραιά και δεν μου τόνε σύστησες;

-Μμμ..μπορεί, γιατί;

-Να βγάλεις τα παπαδίστικα. Έκανες κατάχρηση της ευλογίας του Θεού. Μου τα πρόλαβε «όλα» για τον Πειραιά ο Μανώλης ο Γιάτσος. Φύγε μακρυά μου, μη με κολάζεις άλλο. Είμαι Θωμάς και δεν έπρεπε να σε πιστεύω, έπρεπε να είμαι …άπιστος! Φύγε τώρα.

Τά’μαθε όλο το νησί, τούμπανο, σωρό τα σχόλια. (Αυτές οι καταστάσεις τις μικρές κοινωνίες τις…θρέφουν!).

-Καλέ σας τά’λεγα εγώ. Αυτή παπαδιά; «Φόρα του διαόλου ράσα, πάντα…διάολος θα μείνει!».

-Τι την ήθελε ο ευλογημένος. Αυτή δεν είχε αφήσει…παλούκι για παλούκι. Αυτήνε βρήκε και έκαμε παπαδιά; Χάθηκαν τα καλά…κορίτσια;

Πρώτο θέμα στις συζητήσεις στο νησί. Στη…μπερλίνα! η Αλέκα. Όλοι την κοίταγαν …πλάγια, την απέφευγαν. Μονάχα η φιλενάδα της η Σοφία της στέκονταν. (Α’ ρε…ρουφιάνα Ελλάδα!. Βλέπεις μονάχα των αλλονώνε.

Τα…δικά σου δεν τα βλέπεις!).

-Φιλαράκι, μη στεναχωριέσαι, δεν κάνουμε εμείς για…παπαδιλίκια. Το ήξερες κι’εσύ, το ήξερες απ’την αρχή. Ο,τι έγινε, έγινε. Θυμάσαι εκείνο το τραγούδι που ακούγαμε ρε σύ παλιά στις μπάρες;

                   «Ρε παπαδιά ρε παπαδιά

                    μη μαστουρώνεις τον παπά.

                    Μη μαστουρώνεις τον παπά

                    για να τα λέει πιο καλά…!».-

-Το θυμάμαι ρε Σοφία, το θυμάμαι. Άντε τώρα να πάμε για σπίτι ν’αράξουμε. Καληνύχτα Σοφάκι!, καληνύχτα.

Καληνύχτα ρε Αλέκα, άλλη μέρα αύριο.  Και πάμε για άλλα!.-

Του Μπάμπη Κ. Μώκου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Σελίδες

NEXT PAGE